αισχύνω


αισχύνω
(Α αἰσχύνω)
1. ντροπιάζω, αμαυρώνω, ρεζιλεύω
2. μέσ. ντρέπομαι, ντροπιάζομαι, αισθάνομαι αισχύνη
αρχ.
1. κάνω άσχημο, ασχημίζω, παραμορφώνω
(«αἱματόεν ρέθος αἰσχύνει» Σοφ. Αντιγόνη, 529)
2. ατιμάζω (γυναίκα), μοιχεύω
3. περιφρονώ, απαξιώ
4. μέσ. σέβομαι κάποιον).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επίθ. *αἰσχὺς < αἶσχος βλ. λ..
ΠΑΡ. αισχύνη, αισχυνομένη
αρχ.
αἰσχυνομένως, αἰσχυντήρ, αἰσχυντός.
ΣΥΝΘ. αναίσχυντος
αρχ.
ἀπαισχύνομαι, ἐπαισχύνομαι, καταισχύνω, ὑπαισχύνομαι
νεοελλ.
επαίσχυντος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αἰσχυνῶ — αἰσχύνω make ugly fut ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχύνω — αἰσχύ̱νω , αἰσχύνω make ugly aor subj act 1st sg αἰσχύ̱νω , αἰσχύνω make ugly pres subj act 1st sg αἰσχύ̱νω , αἰσχύνω make ugly pres ind act 1st sg αἰσχύ̱νω , αἰσχύνω make ugly aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ᾔσχυνται — αἰσχύνω make ugly perf ind mp 3rd sg αἰσχύνω make ugly perf ind mp 3rd pl (epic ionic) αἰσχύνω make ugly perf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχυνεῖ — αἰσχύνω make ugly fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) αἰσχύνω make ugly fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχυνθησομένων — αἰσχύνω make ugly fut part pass fem gen pl αἰσχύνω make ugly fut part pass masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχυνθέντα — αἰσχύνω make ugly aor part pass neut nom/voc/acc pl αἰσχύνω make ugly aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχυνουμένων — αἰσχύνω make ugly fut part mid fem gen pl (attic epic doric) αἰσχύνω make ugly fut part mid masc/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχυνοίμεθα — αἰσχύνω make ugly fut opt mid 1st pl (attic epic doric) αἰσχῡνοίμεθα , αἰσχύνω make ugly pres opt mp 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχυνοίμην — αἰσχύνω make ugly fut opt mid 1st sg (attic epic doric) αἰσχῡνοίμην , αἰσχύνω make ugly pres opt mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχυνοῦντα — αἰσχύνω make ugly fut part act neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) αἰσχύνω make ugly fut part act masc acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)